Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Ο DON JUAN ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ

Ο DON JUAN ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ

Ο DON JUAN
ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ
Ελάτε κι όλες γύρω μου καθίστε,
οι αγάπες μου οι μικρές και οι μεγάλες·
αυτές που χάρηκα μα και οι άλλες
που δεν μες στις αγάπες μου αριθμείσθε.
Γυμνές μέσα στη σκέψη μου όλες τρέξτε
κι η μια την άλλη τώρα καμαρώστε,
αγκαλιαστείτε, φιληθείτε, ξεσαλώστε,
κάθε λογής παιχνίδια αγάπης παίξτε.
Και τραγουδήστε εν χορώ στον Don Giovanni
λόγια γλυκά, του Έρωτα, δοξάστε
αυτόν που απ’ την Αγάπη έχει πεθάνει
φορές μυριάδες ζωντανός κι ακόμα
το γέρικο κορμί του αγκαλιάστε
φορά στερνή στου θάνατου το στρώμα.
Και πείτε του ψιθυριστά, σαν χάδι,
– προτού πατήσει των Νεκρών τη Νήσο–
σαν φως μπροστά στο αδήριτο σκοτάδι,
«Απόψε έσει μεθ’ ημών εν παραδείσω».

© Θεοδόσης Βολκώφ

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ α'

ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ α'


ΤΑ ΜΟΙΧΙΚΑ
α'

την kαλλιστώ αν γνώρισες διαβάτη
γνωρίζεις και τον λόγο της γραφής.
κι αν σ’ έμπασε στο μοιχικό της το κρεβάτι
και χάρηκες τον ήχο κάθε της χορδής
την πρώτη κρούοντας τη μέση την υπάτη
κι αν αξιώθηκες αυτής της μουσικής
το νόημα δεν λέω άλλο κάτι
σταυραδερφέ μου εσύ της ηδονής.
αν όμως όχι τότε γρήγορα προσπέρνα
δεν είναι κάτι να σου πω ή εδώ να δεις.
κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα
πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής
στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα
όμως εδώ καθόλου μην σταθείς


© Θεοδόσης Βολκώφ

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΚΕΛΗΤΟΣ

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΚΕΛΗΤΟΣ

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΚΕΛΗΤΟΣ
Θα γίνω Στίχος για να σου μιλήσω,
Ρυθμός για να μπορέσω να σε βρω,
στις ταπεινές μου ρίμες θα ελπίσω,
στα μέτρα αυτά που πάλι κατοικώ.
Με σχήματα του λόγου θα σε ντύσω,
αφού δεν έχω πλάι μου γυμνό
το σώμα σου ξανά για να φιλήσω,
στη Γλώσσα μου θα σε ονειρευτώ.
Ως Λέξη νέα πάντα θ’ ανατέλλεις
κι ας έχεις δύσει μέσα στη ζωή,
στην Ποίηση σού ανήκω κι ας μη θέλεις
-αυτό για πάντα μού έχει χαριστεί-
και τρέχω πορφυρός και μαύρος κέλης
τον θάνατο που πήρε για ιππαστή.

 © Θεοδόσης Βολκώφ

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Ύπαρξη...


Ύπαρξη...

 

       
 
 

Λυγμικός σκοπός


Λυγμικός σκοπός



Ήρθαν σκληρές του έρωτα οι φωνές,
υστερικές – γέλια σαρκασμοί
Ανατριχιαστικοί τριγμοί από εφηβείες φυτών
Ιαχές συριστικές από άγνωστες πηγές
Και πετούμενων εντόμων και κτηνών και ερπετών
συνουσιασμών θριαμβευτικές
ζωής και αθανασίας κραυγές
 
Η καρδιά μου αδύναμη να τις δεχθεί
Όρμησαν – στρατιές βαρβαρικές
Του χλωμού της ύπνου την κουρτίνα ξέσχισαν
Μ’εμπαιγμούς τη ράπισαν
Τρόμαξε. Κι έκλαψε πολύ
 
Ήρθαν απηνείς οι χυμοί του έρωτα,
έκλυτοι – από βίαιους καρπούς,
από κλώνους οργισμένους και κορμούς πληθωρικούς
Και πετούμενων εντόμων και κτηνών και ερπετών
συνουσιασμών χημώσεις,
ανυπότακτες ροές μαυλιστικές
 
Η καρδιά μου αδύναμη να τους δεχθεί
Την έζωσαν – ξεχύθηκαν και την έλουσαν
Πετριές παράφορες οι καρποί, τη κτύπησαν
Πόνεσε. Κι έκλαψε πολύ
 
Ήρθαν με δόλο οι πνοές του έρωτα
Ροές μέσα σε αρωμάτων φίλτρα
και σε αλχημείες σοφές
Μαγικές αναπνοές – λευκοί καπνοί
από αύρα καυτή, μυστικές ηδονές
Και πετούμενων εντόμων και κτηνών και ερπετών
συνουσιασμών θυμίαμα,
οσμές σπερματικές
 
Η καρδιά μου αδύναμη να τις δεχθεί
Σαν σπαθιές αόρατες ως βαθιά την έσχιζαν
Πνιγόταν. Κι έκλαψε πολύ
 
Ήρθε η θωριά του έρωτα
Θηρίο άγνωστο, φτερωτό
Η καρδιά μου αδύναμη να τη δεχθεί,
έτρεξε
Κρύφτηκε. Κι έκλαψε πολύ
 
 
 
©Μανώλης Μεσσήνης
 
 
(picture by Vernon Trent)

Εδώ θα σταθώ


Εδώ θα σταθώ


 
Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου
 
Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά
 
Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για τις μέσα μου ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές
 
Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη - σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες
 
Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορυφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές
 
Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο,
έξω απ'τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν
 
Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε
 
 
 
©Μανώλης Μεσσήνης
 
 
(picture by fulviopellegrini)

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Eυτυχισμένοι αιχμαλώτοι

Eυτυχισμένοι αιχμαλώτοι



Ο Αλέξανδρος καθόταν μόνος στο δωμάτιό του. Έβηχε πολύ, αλλά παρ' όλα αυτά κάπνιζε τσιγάρα και πάλι. Βασικά κάπνιζε πολύ. Το δωμάτιο είχε συνηθίσει την εικόνα του γκρι καπνού. Και τώρα έτσι ήταν. Ο Αλέξανδρος βυθισμένος σε μια πολυθρόνα καταβρόχθιζε τον καπνό, απολαμβάνοντας κάθε εισπνοή. Η ώρα ήταν 2 τώρα, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Οι σκέψεις του στροβίλιζαν το κεφάλι. Ήταν και πάλι απογοητευμένος. Χιλιάδες πράγματα που έβλεπε κάθε μέρα, φαινόταν ψεύτικα... πήρε μια γουλιά από το ποτήρι του ουίσκι... ναι, και αυτό ήταν ψεύτικο, αν και μάρκας, αξίας 30 ευρώ.
Είχε βαρεθεί με τα πλαστά... Σε αυτόν τον κόσμο ζούσε και ο ίδιος. Κάθε γαμημένη μέρα ήταν ψεύτικη. Από το πρωί, άρχισε η μαζική εξαπάτηση των ανθρώπων που έπαιρναν θέση μπροστά στο τρανζίστορ, μόνο για να ακούσουν την είδηση ​​της ημέρας. Κάποιοι ήξεραν να χειραγωγούν τους ανθρώπους. Ο Αλέξανδρος έχει ήδη σταματήσει να το κάνει... Δεν άνοιγε πια ραδιόφωνο. Συνήθως τα νέα ήταν παραπλανητικά... Προτιμούσε την πολυθρόνα του και τη θέα από το παράθυρο. Τουλάχιστον ήταν πιο αληθινή. Θυμήθηκε το υποκριτικό χαμόγελο του περιπτερά απέναντι, τον οποίο έβλεπε κάθε πρωί. «Καλημέρα» - έλεγε χαμογελαστά, μα με μισή καρδιά. Ναι, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να συμπεριφέρονται ανειλικρινώς, ακόμη και χωρίς συγκεκριμένη αιτία. Ξένοι ήταν... οι φίλοι του; Ο Αλέξανδρος είχε πολλούς φίλους. Όμως, ο ίδιος πάντα ισχυρίζονταν ότι υπάρχουν μόνο δυο ή τρεις πραγματικοί φίλοι. Τους σκέφτηκε και χαμογέλασε. Ναι, χαμογέλασε... επειδή ήταν πραγματικοί φίλοι του, οι οποίοι, αν και δε βλέπονταν πολύ, ήταν πιστοί και ειλικρινείς. Αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το πρόσωπό του κατσούφιασε πάλι... Θυμήθηκε αυτούς που ονόμαζε κάποτε φίλους του, και τώρα του είχαν γυρίσει την πλάτη. "Υπάρχουν και ψεύτικοι φίλοι" - είπε ο ίδιος. 
Ήταν τώρα 3:00. Ο Αλέξανδρος έσβησε και το τελευταίο τσιγάρο στο τασάκι και έκλεισε το διακόπτη φωτός. "Τελικά που ζούμε; Περιτριγυρισμένοι από πλαστά στοιχεία, δήθεν φίλους, ψεύτικες υποσχέσεις και τα συναισθήματα. Ναι, ζούμε σε έναν ψεύτικο κόσμο γεμάτο από ανθρώπους που εξαπατήθηκαν. Ζούμε ευτυχισμένοι αιχμάλωτοι. Αποκοιμήθηκε.