Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015
TED HUGHES, Το όνειρο τού Λιονταριού
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΤΑΡΙΟΥ
Ήταν μια αρχαία Χώρα. Και ήτανε του Λιονταριού.
Νέο στη γη το κάθε πλάσμα, και δειλά-δειλά ξυπνούσε,
γλείφονταν για να ξυπνήσει, να μιλήσει, και μιλούσε
τη μητέρα πρωτογλώσσα, την τραχιά του Λιονταριού.
Πού ακριβώς αυτή η χώρα; Ήταν Γη του Λιονταριού.
Δεν ανήκε στη Φοράδα, του ασβεστόλιθου ανεμώνα.
Δεν ανήκε στο Κοράκι τού μεγάλου Προμαχώνα.
Το που άνοιξε τον νου ήτανε μάτι Λιονταριού.
Λύκος, Ύαινα, Άγριος Σκύλος, με τη χαίτη Λιονταριού,
όλα ανάσκελα γυρίζαν, μητρικά χαμογελούσαν
και το ανθρώπινο τού λιόντα βρέφος γάλα το κερνούσαν
υπό το υψωμένο μάτι, το χρυσό του Λιονταριού.
Δεν ξεθώριαζε της Χώρας τ’ όραμα – του Λιονταριού –
χωριστό το κάθε πλάσμα σαν κρουστάλλι φωτιζόταν,
μελωμένο από το φως, φως του Λιόντα, ονειρευόταν
ένα όνειρο και μόνο, τ’ όνειρο του Λιονταριού.
Ξαφνισμένα από το είναι, τον αχό του Λιονταριού
μόνο πρόσμεναν και, του ήλιου σαν σπαράγματα, προσέχαν,
σαν και κείνον σφαιρωμένα, κι όλα γύραθέ του τρέχαν
κι έβλεπαν μες στην καρδιά τους τη μορφή του Λιονταριού.
Τι ήταν το Λιοντάρι, ο Λέων απ’ τη Γη του Λιονταριού;
Τ’ όνειρο της παιδικής μας ηλικίας καλά κρατούσε,
της Μητέρας στοχαζόταν τη μορφή κι εκεί θωρούσε
μέσα στο δικό της βλέμμα δύο μάτια Λιονταριού.
Και μορφώνονταν σε ανταύγεια, σε ανταύγεια Λιονταριού
και πιο αλλόκοτη και αλλόκοτα η μορφή ενανθρωπισμένη
και σαν ένας υπνοβάτης και σαν μισοϋπνωτισμένη
Ρήγισσα είδε το Λιοντάρι μες στη Γη του Λιονταριού.
Και ως έμβλημα, σημαία η μορφή του Λιονταριού.
Και Λιοντάρι το νησί μας τ’ όνομα που έχει πάρει
μες στις νύχτες του πολέμου. Μέχρι που η αυγή-Λιοντάρι
ήρθε κι έπαψε τον ύπνο του μεγάλου Λιονταριού.
Στου φωτός την πρώτη γέννα, τ’ όνειρο του Λιονταριού,
πέφτοντας στη γη ως μάννα κι απ’ τον ουρανό φερμένο,
αποκάθαρε τα πάντα το σε σένα πυκνωμένο·
κι έδειξε εσένα ο ήλιος – τον βυθό του Λιονταριού.
TED HUGHES
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ
ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
που τη φωνή Σου ακούω στους ανέμους
και που η πνοή Σου δίνει στους πάντες ζωή,
εισάκουσέ με.
Σε Σένα έρχομαι ως ένα απ’ τα πολλά παιδιά Σου·
είμαι αδύναμος… είμαι μικρός…
Χρειάζομαι τη δύναμη και τη σοφία Σου.
Άσε με να βαδίσω μες στην ομορφιά
και κάνε τα μάτια μου
πάντα να βλέπουν τ’ άλικα και τα μαβιά ηλιοβασιλέματα.
Κάνε τα χέρια μου να σέβονται όσα έπλασες
και κάνε μου οξεία την ακοή,
ώστε ν’ ακούω τη φωνή Σου.
Κάνε με σοφό,
ώστε να εννοώ αυτά που στον λαό μου δίδαξες
και τα μαθήματα που έκρυψες σε κάθε φύλλο και σε κάθε πέτρα.
Ζητώ σοφία και δύναμη,
όχι για νά ‘μαι ανώτερος των αδελφών μου,
αλλά για να μπορώ να πολεμώ τον πιο μεγάλο μου εχθρό,
τον ίδιο εμένα.
Δώσε να είμαι πάντα έτοιμος να παρουσιαστώ ενώπιόν Σου
με χέρια καθαρά και μάτι ευθύ,
ώστε η ζωή σαν σβήνεται και ξεθωριάζει ηλιοβασίλεμα ίδια,
το πνεύμα μου να ‘ρθει σε Σένα
χωρίς ντροπή.
Μεταγραφή: Θεοδόσης Βολκώφ
Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν
Πρώτη δημοσίευση στο Ποιείν
TO ΜΙΣΟΣ
ΤΟ ΜΙΣΟΣ
Δεν ξέρει αυτός που είμαι μόνον να πεθαίνει.
Όσο η Σκέψη μου κορμιά αποθεώνει,
ψυχρή και πύρινη, υψωμένη, γκρεμισμένη,
τόσο η Πράξη μου ματώνει και σκοτώνει.
Ποιος είσαι Εσύ που μου ζητάς να συγχωρήσω
αυτό που σκύλεψε του Έρωτα το σώμα…
Εγώ αγάπησα – και πρέπει να μισήσω.
Κι είμαι περήφανος, γιατί μισώ ακόμα.
Οι Στίχοι μου είναι η ανάποδη του Φόνου –
μια Φύση που μισεί τη φύση της να κρύβει,
που αποκαλύπτεται στο πέρασμα του χρόνου
και που με κάνει, νύχτα ή μέρα μεσημέρι,
με το αριστερό να πιάνω το μολύβι,
με το δεξί να σφίγγω πάντα το μαχαίρι.
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΥΚΟ
ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΥΚΟ
Μνήμη Miguel Hernandez
Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα
κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω·
σαν τον Λύκο εσύ να μ’ έχεις και στο βλέμμα
σαν τη Λύκαινα να σ’ έχω. Και να σβήνω
σαν τον Λύκο από τον κόσμο ό,τι δεν είσαι,
να σπαράζω κι ό,τι εχθρεύεται εσένα
και σε μένα, σαν τον Λύκο, εσύ ν’ αρκείσαι,
σαν τον Λύκο, σαν τη Λύκα – ίδια γέννα.
Σαν τον Λύκο μες στον νου σου να γρυλίζω
κι όταν πλάι μου δεν σ’ έχω να ουρλιάζω
σαν τον Λύκο. Να με ορίζεις, να σε ορίζω
και στα πόδια σου σφαγμένος να σφαδάζω.
Και πεθαίνοντας να ζω. Να σου ανήκω,
να μου είσαι, να σου είμαι σαν τον Λύκο.
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ
ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ
Σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει,
σκιές της σάρκας που για μια στιγμή ειδωθήκατε,
κι έχω στις νύχτες μου τις λάμψεις σας κρατήσει
αγέραστες σαν τότε που δεν μου δοθήκατε.
Σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγγίξει
καθώς αέρας πύρινος – κι ας μην με νιώσατε –
και λυγμικά έχω τριγύρω σας βουίξει
κι έχω πενθήσει εγώ εμένα που σκοτώσατε.
Σας έχω όλες με τον τρόπο μου φυλάξει,
στη Γλώσσα μου τα σώματά σας αποθέτοντας
ευλαβικά – κι αυτό η ύπατή μου Πράξη –,
στο ιδίωμά μου Ιστορία καταθέτοντας.
Σας έχω όλες με τον τρόπο μου γνωρίσει,
κι ας μην με μάθατε ποτέ. Τραχιά ενθυμήματα,
από ένα τίποτα με έχετε ευλογήσει
χαρίζοντάς μου εν αγνοία σας ποιήματα.
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΑΕΡΑΣ
Τρίζουν σαν να στενάζουνε τα πεύκα.
Μιλάνε με τη δύναμη τού Αέρα.
Ρέουν νερά σαν να 'ρχονται από Πέρα
στο θρόισμα αργυρό που κάνει η λεύκα.
Μεστό ψιθύρων φέγγει το σκοτάδι.
Το φύλλο ακουμπά το άλλο φύλλο.
Το χάδι ριγηλό κρύβει τον ήλο,
το χάραγμα, το στίγμα, το σημάδι.
Πες την καρδιά του ανθρώπου, Αέρα. Μίλα.
Πες των ερώτων μας το αρχαίο σφρίγος,
του άντρα το νευρώδες μαύρο ρίγος
και της γυναίκας την ανατριχίλα.
Πες – Θάνατος του Έρωτα το ήδος.
Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα.
© Θεοδόσης Βολκώφ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






